Header

Όλη η Ελλάδα σε μια μέρα – εξερευνώντας την Πελοπόννησο

Κανένα σχόλιο
01/12/2015
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι ρόδες του αυτοκινήτου στρίγγλισαν με το απότομο φρενάρισμα. Σίγουρα ήταν στο πίσω κάθισμα. Όχι, δεν ήταν εκεί.

‘Μήπως το άφησες κρεμασμένο στην πλάτη της καρέκλας σου στο προηγούμενο χωριό;’ ρώτησε ο Άλεξ.

Γνωρίζετε εκείνη τη στιγμή που συνειδητοποιείτε την αλήθεια και νιώθετε ένα βάρος στο στήθος; Το λάπτοπ μου, με όλες τις σημειώσεις για τη δουλειά μου, τις επαφές και το κείμενο του τελευταίου μου μυθιστορήματος, βρισκόταν τώρα κρεμασμένο στην πλάτη μιας καρέκλας σε μια ταβέρνα περίπου τριάντα χιλιόμετρα πίσω μου, στην κορυφή του υπέροχου, γεμάτου στροφές φαραγγιού που ξεκινά από το παραθαλάσσιο Λεωνίδιο, συνεχίζει να ξετυλίγεται μπροστά από το απόκρημνο μοναστήρι της Ελώνης, όπου είχαμε σταματήσει για να ακούσουμε τις μοναχές να ψάλουν, με τις φωνές τους να αντηχούν στην κοιλάδα, ως το μαγευτικό ορεινό χωριό Κοσμάς όπου έκανε δροσιά ακόμα και στα μέσα του Αυγούστου. Τουλάχιστον ευχόμουν να ήταν ακόμα εκεί…

‘Θα το έχουν πάρει.‘ Σωριάστηκα στο χώμα στην άκρη του δρόμου.

‘Ξεχνάς ότι είσαι στην Ελλάδα,’ αποκρίθηκε ο Άλεξ.

Η διάθεσή μου βελτιώθηκε λίγο. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα φαίνονται να έχουν διαφορετική νοοτροπία από αυτούς που έχω συνηθίσει, αλλά είναι πραγματικά τόσο διαφορετικοί;

Η απάντηση του σ’ αυτό ήταν, ‘Μπες στο αμάξι!’

Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι διακοπές μας ήταν φανταστικές. Είχαμε πάει στα νησιά τόσες φορές αλλά αυτή τη φορά αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε λίγο την Πελοπόννησο.

Παρόλο που ζούμε στο Ναύπλιο, είχαμε υποπέσει στο ατόπημα να αγνοήσουμε όλα όσα βρίσκονταν στο κατώφλι μας και, αυτό το καλοκαίρι, με μόνο λίγες ημέρες στη διάθεσή μας, αποφασίσαμε να οδηγήσουμε κατά μήκος της ανατολικής ακτής ως το ξεχωριστό ‘νησί’ της Μονεμβασιάς που χωρίστηκε από την ηπειρωτική χώρα με το σεισμό του 375 μ.Χ. και επανασυνδέθηκε με μια γέφυρα που χτίστηκε το 1972.

Δεν βιαζόμασταν κι έτσι, αργά την πρώτη μέρα, φτάσαμε στην κωμόπολη Γέφυρα, απέναντι από τη Μονεμβασιά. Παρά την περασμένη ώρα καταφέραμε να βρούμε ένα μικρό, καθαρό ξενοδοχείο που το διοικούσε η Ελένη, μια πολύ φιλική ντόπια. Μόνο €55 και χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε κράτηση.

Το πρωινό που πήραμε στη Μονεμβασιά την άλλη μέρα συνοδευόταν από την πιο συναρπαστική θέα, τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά μας τρεμοφέγγοντας.

Το πρωινό που πήραμε στη Μονεμβασιά την άλλη μέρα συνοδευόταν από την πιο συναρπαστική θέα, τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά μας τρεμοφέγγοντας. Θαλαμηγοί χοροπηδούσαν σαν παιχνίδια καθώς έπλεαν στο νερό που συνέχιζε να λάμπει εκθαμβωτικά κάτω από τα πόδια μας και το πρωινό σταδιακά μετατράπηκε σε μεσημεριανό. Αργότερα εξερευνήσαμε τη μικροσκοπική μεσαιωνική κωμόπολη και γνωρίσαμε μια ηλικιωμένη κυρία που τρόχιζε το ψαλίδι της σε μια πέτρα δίπλα στην πόρτα του σπιτιού της. Μας έδειξε ένα μικρό εκκλησάκι-σπήλαιο πάνω στο λόφο, όπου μια εικόνα είχε εμφανιστεί πριν πολλά χρόνια. Ένα θαύμα.


Μετά τη Μονεμβασιά, το ταξίδι μας οδήγησε μέσα από παράκτιες κωμοπόλεις και αγροτικά χωριά μέχρι πάνω στα βουνά. Κάθε κλίμα και εδαφική μορφολογία έμοιαζε να αντιπροσωπεύεται σε αυτή την περιοχή της Ελλάδας. Βρήκαμε ερημικές παραλίες με λεπτή, κίτρινη άμμο που απλώνονταν χιλιόμετρα και μου θύμισαν την Κρήτη, καθώς και ορεινά χωριά με βλάστηση τόσο πλούσια όσο αυτή της Κέρκυρας την άνοιξη.

Ακολουθήσαμε τους δρόμους που μας φαίνονταν ενδιαφέροντες και παντού μας περίμενε φιλοξενία και νέα αξιοθέατα.

Περάσαμε την επόμενη νύχτα στην Ελαφόνησο, ένα μικρό νησί, πραγματικό κόσμημα, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το νότιο άκρο της Πελοποννήσου, χωρίς ιδιαίτερη τουριστική ανάπτυξη, και τόσο γοητευτικό όσο οποιοδήποτε νησί των Κυκλάδων.

Στην επιστροφή σταματήσαμε στο ορεινό χωριό Κοσμάς για μια χωριάτικη σαλάτα και για να απολαύσουμε τη μοναδική Αυγουστιάτικη δροσιά του. Η κεντρική πλατεία ήταν υγρή από την πρωινή βροχή κι εκεί ήταν που, νιώθοντας τόσο άνετα με το περιβάλλον, άφησα όλη μου την εργασιακή ζωή αποθηκευμένη σε ένα λάπτοπ.
Η ανάβαση στο φαράγγι με το σαραβαλιασμένο, αρχαίο Fiat μας έμοιαζε οδυνηρά αργή και κάθε λεπτό που περνούσε η πεποίθησή μου ότι όλη η δουλειά μου είχε χαθεί γινόταν ισχυρότερη και βαθύτερη μέχρι που σταματήσαμε κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και είδα ξεκάθαρα ότι η ταβέρνα ήταν τώρα άδεια και η θήκη του υπολογιστή μου δεν βρισκόταν στην καρέκλα που την είχα κρεμάσει.

‘Ορίστε, οι άνθρωποι είναι ίδιοι σε όλο τον κόσμο,’ είπα.

‘Όχι, εδώ είναι Ελλάδα. Γιατί να θέλουν κάτι που δεν τους ανήκει;’ απάντησε ανυπόμονα ο Άλεξ. ‘Πήγαινε μέσα και ρώτα.’

‘Είναι άσκοπο.’ Γλίστρησα απρόθυμα από το αυτοκίνητο. Όλη η ξεκούραση που μου είχαν χαρίσει οι διακοπές είχε τώρα αντικατασταθεί από το οικείο αίσθημα της έντασης στον αυχένα μου. Είχα περάσει μήνες γράφοντας το τελευταίο βιβλίο μου και, από ανοησία, δεν είχα κρατήσει αντίγραφο.

Το εστιατόριο ήταν τώρα κλειστό αλλά, καθώς πλησίασα την εσωτερική αυλή είδα ότι η οικογένεια που μας σέρβιρε μόλις μια ώρα πριν ήταν τώρα καθισμένη γύρω από ένα τραπέζι κι έτρωγε.

‘Α! Κυρία!’ Μια έφηβη άφησε τα μακαρόνια να γλιστρήσουν από τα χείλη της καθώς πετάχτηκε όρθια από το τραπέζι. ‘Κυρία, κάτι ξεχάσατε.’ Κι έπειτα διέσχισε γρήγορα το δωμάτιο, επιστρέφοντας με τη ζωή μου ολόκληρη μέσα σε μια τσάντα, και ζήτησε και συγνώμη μάλιστα.

‘Δεν θα το πιστέψεις αυτό,’ είπα καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο.

‘Κι όμως. Εδώ είναι Ελλάδα,’ απάντησε ο σύντροφός μου. Χαμογέλασα κι έσφιξα το λάπτοπ στο στήθος μου. Η δουλειά μου ήταν ασφαλής και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ανοίξω τη θήκη και να συνδεθώ στο διαδίκτυο και αναρωτήθηκα, απλά αναρωτήθηκα, αν μπορούσα να το αφήσω κλειστό, να συνεχίσω να οδηγώ και να εξερευνώ – για λίγες μέρες ακόμη.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


ΚΟΡΥΦΗ